εκταριχεύω


εκταριχεύω
ἐκταριχεύω (Μ)
1. ταριχεύω
2. (το παθ. μτφ.) γίνομαι από την ασιτία κάτισχνος, σαν μούμια («ἐκτεταριχευμένος ἀπαστίᾳ» — σαν μούμια, σαν τσίρος από την πείνα, Νικ. Χων.).

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.